Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Ο θρύλος Kevin Spacey

Στην εποχή μας δύσκολα δημιουργούνται θρύλοι. Ιδίως στο εφήμερο καλλιτεχνικό στερέωμα, απλά κάνουν την εμφάνισή τους κατά καιρούς διάττοντες αστέρες, που το μεσουράνημά τους διαρκεί απειροελάχιστα και συχνά δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε κι αυτές τις στιγμές της δόξας τους.  Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ταλέντα, μάλλον σήμερα με όλα αυτά τα διεθνή talent shows κατακλυζόμαστε από περισσότερους ταλαντούχους, από αυτούς που μπορούν να «απορροφηθούν» από το σύστημα…       
Όμως, χτες στην Επίδαυρο νιώσαμε ότι είχαμε την τύχη να αντικρύσουμε τη γέννηση ενός νέου θρύλου.  Ο Kevin Spacey εδώ και αρκετά χρόνια και παρά τις βραβεύσεις του,  κατορθώνει να διατηρεί ένα profile πολύ χαμηλών τόνων, ουσιαστικά είναι ένας «αντι-σταρ», με φαινομενικά «ασήμαντη» εμφάνιση, αυτήν του μέσου καθημερινού ανθρώπου, που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Τούρκος, Γάλλος, Έλληνας, Τυνήσιος ή Δανός, ενώ ενσαρκώνει διάφορους ρόλους, που συχνά δεν αναγνωρίζονται με την πρώτη ματιά ότι είναι οι πρωταγωνιστικοί.
Όταν  βέβαια μαθεύτηκε ότι οι Εγγλέζοι τον επέλεξαν ως καλλιτεχνικό διευθυντή του Old Vic, του ιστορικού και τόσο απαιτητικού Σαιξπηρικού Θεάτρου και ότι μάλιστα του επέτρεψαν αφ' ενός να εμπλουτίσει με νέο αίμα το δυναμικό του, μετακαλώντας αμερικανούς καλλιτέχνες και αφ' ετέρου να προσθέσει σύγχρονες επιρροές στο ρεπερτόριό του, συνειδητοποιήσαμε ότι η περίπτωσή του είναι ξεχωριστή.
Στο ρόλο του Ριχάρδου του III, καθήλωσε τους τουλάχιστον 9000 (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία) θεατές, που διήνυσαν οι περισσότεροι κατακαλόκαιρο πολύ μεγάλες αποστάσεις και υπέμειναν επί 3 ½ ώρες τη σκληραγωγία στις άβολες πέτρινες μισοφαγωμένες αρχαίες κερκίδες, σε μια μεγαλειώδη παράσταση ενός ιδιαίτερα «δύσκολου» έργου του Shakespeare και ουσιαστικά «δίδαξε» θέατρο μιας ύψιστης ποιότητας, υπηρετώντας ακριβώς τη φιλοσοφία του αρχαιοελληνικού θεάτρου – «σχολείου».
Φυσικά ο Spacey είχε την «τύχη» να βρεθεί με τον Samuel Mendes, τον Άγγλο σκηνοθέτη, που κατάφερε να γίνει «ένα» μαζί του και να δημιουργήσουν ένα Ριχάρδο απόλυτα «τρομακτικό» (τρομακτικά δήλωσε και ότι αισθανόταν ο Spacey στην ιδέα ότι θα έπαιζε στην Επίδαυρο αυτό το ρόλο) σε όλες του τις προεκτάσεις για το τι σημαίνουν αυτού του είδους οι ηγέτες για την ιστορία ενός τόπου και απόλυτα διαχρονικό, όπως ακριβώς είναι και το συνολικό έργο και ο λόγος του εμπνευστή του, που εξακολουθεί από το μεσαίωνα ως τώρα να μένει επίκαιρος και προφητικός.
Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψουν την καινοφανή ερμηνεία του ρόλου αυτού, τόσο δυναμική και καταιγιστική –ο συμπυκνωμένος λόγος του Shakespeare-, γεμάτη αυτοσαρκασμό και τόσο απόλυτα ενταγμένη στη σημερινή πραγματικότητα των media και των image makers, που μπορούν να «ανεβοκατεβάσουν» κυβερνήσεις.
Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, (όπου δυστυχώς όλο και πιο συχνά πλέον ανεβαίνουν παραστάσεις – shows τηλεοπτικού τύπου μαζικής επιτυχίας), σε μια ατμόσφαιρα μεταφυσική, κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, χωρίς το διαχεόμενο φωτισμό του περιβάλλοντος του σημερινού άστεως, μόνο με τον απόλυτα κατευθυνόμενο φωτισμό της ορχήστρας,  χωρίς τα ηχεία και τους ενισχυτές, αναβίωσε το μεγαλείο του λόγου και του πνεύματος και κατά κύριο λόγο αυτό οφείλεται στην παρουσία του Spacey. Και είναι πολύ ενθαρρυντικό που το κοινό -όλων των ηλικιών- σύσσωμο τον αποθέωσε με τόση (γνήσια ελληνική) θέρμη.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Μπορεί ένα μεγαλόπνοο έργο να μας σώσει απ’ την κατάθλιψη?

Για άλλη μια φορά ένας Έλληνας ευεργέτης, έρχεται στις τόσο δύσκολες μέρες που ζούμε, σαν από μηχανής Θεός να φωτίσει μια προοπτική της πολιτιστικής μας συνέχειας σα χώρας. Με μια σοφή και ευφάνταστη πρωτοβουλία οι κληρονόμοι του, το Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου, μας προσκάλεσαν κυριολεκτικά «όλους» εμάς τους μελλοντικούς αποδέκτες, για να μας παρουσιάσουν μέσα από μια απλή («καθημερινή» -ο πρόεδρος του Ιδρύματος κ. Δρακόπουλος εμφανίστηκε με κοντομάνικο μπλουζάκι με το λογότυπο της εκδήλωσης, πανομοιότυπο με αυτό που φορούσαν οι εθελοντές που μας κατεύθυναν στο χώρο) τελετή, τα τελικά σχέδια που θα υλοποιήσουν τη μεγάλη διαθήκη: το πολιτιστικό ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου, στο χώρο του παλιού Ιππόδρομου.
Τόσο ο λιτός πρόλογος του κ. Δρακόπουλου, που ανέλυσε τους στόχους αυτής της διαθήκης, όσο και η μεστή παρουσία του αρχιτέκτονα Renzo Piano, μας καθήλωσαν και μας παρέσυραν μακριά από τις ζοφερές σκέψεις για το παρόν και το μέλλον μας, που μας κατέκλυζαν αυτή την αποφράδα μέρα, που έκανε την Αθήνα πεδίο μάχης και καταστροφών κι εμάς παθητικούς θεατές και τελικά θύματα του καταποντισμού της χώρας μας.
Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του Piano από το Ίδρυμα, από το στίβο των «μεγάλων» δημιουργών της εποχής μας. Είναι ο αρχιτέκτονας που εξέφρασε μοναδικά την έννοια της «Αγοράς» του Ελληνικού Πολιτισμού σε πολλά έργα του. Από το Beaubourg στο Παρίσι, ως τη Morgan Library της Νέας Υόρκης, ο ελεύθερος χώρος στη σκιά των κτιρίων, η «Piazza» όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος στη γλώσσα του, λειτουργεί ως χώρος διασύνδεσης,  επικοινωνίας και ανταλλαγής ιδεών, άρα και εκπολιτισμού των επισκεπτών, διαδραματίζοντας ακριβώς τον ίδιο το ρόλο της αρχαίας Ελληνικής Αγοράς.






Κατ’ επέκταση, η τεράστια Βιβλιοθήκη που προγραμματίζεται να κατασκευαστεί σε σχέδιά του, «η μεγαλύτερη στον κόσμο με 2000000 βιβλία», θα λειτουργεί σαν ένας «ανοιχτός», φιλόξενος χώρος, βατός για όλους τους επισκέπτες, όχι μόνο για όσους μελετούν, αλλά και για όσους θέλουν απλά να σκεφθούν, να ανταλλάξουν απόψεις, να χαλαρώσουν ή να αγναντέψουν.

Ο Piano, γνήσιος θαυμαστής του Ελληνικού ιδεώδους, συνέλαβε την ιδέα αυτού του πολιτιστικού κέντρου, ως ενός Ναού («Τέμπλου») της Τέχνης, προσπελάσιμου και ορατού από τη γη και τη θάλασσα του Λεκανοπεδίου. Η ευφυής σύλληψη της ήπιας (σχεδόν μη αναγνώσιμης στην κλίμακα του περιπατητή) ράμπας, καταπράσινης με τη χλωρίδα της Μεσογείου, που οδηγεί τελικά στο αέρινο κτίριο με την «αιωρούμενη» στέγαση, φέρνει στη μνήμη όλες εκείνες τις υποσυνείδητες από τα σχολικά μας χρόνια εικόνες των «προσκυνητών» να συρρέουν από τα διάφορα μέρη του κόσμου. Το απρόσμενο «δώρο» για τον περιπατητή, μόλις φθάσει στο κτίριο, θα είναι «να αντικρύσει από ψηλά (32 μ.) την απέραντη θάλασσα, ενώ αν στραφεί πίσω του θα δει να δεσπόζει το βράχο της Ακρόπολης».

Η εμπνευσμένη ταινία προσομοίωσης που το Ίδρυμα επιμελήθηκε, με τη θαυμάσια μουσική επένδυση (που έγινε ακριβώς γι αυτό το σκοπό), πραγματικά μας ταξίδεψε –εικονικούς περιηγητές- και μας έκανε κοινωνούς της κλίμακας και των στόχων του έργου αυτού, τόσο παραστατικά, που πολλοί θα νιώσαμε το θαλασσινό αεράκι που μας χάιδευε πράγματι εκείνο το απόγευμα τα μαλλιά (και στην οθόνη ανάδευε την προτεινόμενη βλάστηση) να είναι γεμάτο από φρέσκιες, οικείες μυρωδιές από θυμάρι και φασκόμηλο. Κι ας είχαμε λίγο πριν αισθανθεί στα μάτια και στη μύτη μας τα δακρυγόνα και τους καπνούς από τις φωτιές στο Σύνταγμα.
Ήταν γεμάτο από μαγεία το δειλινό αυτό και ακριβώς για τη μαγεία της μουσικής μας μιλούσε ο Piano, καθηλώνοντάς μας με την εικονική περιήγηση της «θείας» Όπερας που οραματίσθηκε, με την ελικοειδή διάταξη των κερκίδων (χίλιες οκτακόσιες θέσεις προβλέπονται) να καταλήγει σε μια ολόφωτη οροφή-ουρανό, ενώ ταυτόχρονα «ανέβαινε» σε ένταση η καταπληκτική φωνή της σοπράνο στη σκηνή.
Οι θέσεις του Piano για την αναγκαιότητα του σεβασμού προς το περιβάλλον μας είναι ήδη γνωστές και στο συγκεκριμένο σχέδιο εκφράζονται με μεγάλη έμφαση, τόσο με την πρόβλεψη μιας τεράστιας έκτασης πρασίνου, τμήμα της οποίας θα «ανοίγεται» , με προβλεπόμενες κοινόχρηστες αθλητικές δραστηριότητες, προς τις γειτονικές περιοχές με την πυκνή δόμηση (όπως είναι η Καλλιθέα) και το υπόλοιπο τμήμα να περιβάλλει σαν ένα απέραντο πάρκο την κτιριακή σύνθεση, όσο  και με τη διάνοιξη ενός καναλιού –σωστού «ποταμού» με πλάτος 30 μ. και μήκος 400!-,  για «να επανέλθει το νερό στην πόλη –την Καλλιθέα-, απ’ όπου έρρεε στο παρελθόν». 
Ταυτόχρονα, με το μεγάλο «ιπτάμενο» στέγαστρο, αποτελούμενο από ηλιακούς συλλέκτες, θα αξιοποιείται η μεγάλη διαθέσιμη ηλιοφάνεια της Αθήνας και θα εξασφαλίζεται ενεργειακή αυτονομία στο κτίριο, ισοδύναμη με 1,5 ΜW ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο αρχιτέκτονας, με παλλόμενη από τη συγκίνηση φωνή, εξομολογήθηκε ότι αισθάνεται πολύ τυχερός που στην καριέρα του σχεδίασε πολιτιστικά κτίρια στις ιστορικότερες  πόλεις του κόσμου, όπως το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη και πλέον τώρα το έργο αυτό στο λίκνο του Πολιτισμού, την Αθήνα, απέναντι από τον Παρθενώνα και «μπροστά στη θάλασσα που βρέχει και τις ακτές της πατρίδας του». Είναι σ’ αυτές τις στιγμές, που ο κάθε αρχιτέκτονας θα μπήκε «στην ψυχή του Piano», νιώθοντας το ίδιο αίσθημα και με το ίδιο βλέμμα θα ατένισε τον αττικό ουρανό, ίσως μόνο επιπλέον με μια αμυδρή σκιά ζήλειας: «αξίζει να ζήσεις για να αξιωθείς αυτές τις στιγμές στη δουλειά σου»…



Ήταν μια πολύ ωραία εκδήλωση, χωρίς ορατούς τους «επώνυμους» (στα τηλεοπτικά δελτία ανακάλυπτες την παρουσία τους), χωρίς εκφωνήσεις και αντιφωνήσεις. Με τα μπαλόνια αιωρούμενα στον ουρανό να σηματοδοτούν τις 4 γωνιές –κολώνες- της «αγοράς» (στο πραγματικό ύψος των κτιρίων) και την ίδια στιγμή να οριοθετούν το χώρο της αποψινής συγκέντρωσης, μαζί με τις συνεχείς αναφορές του αρχιτέκτονα στα κτίρια που θα γίνουν γύρω απ’ αυτόν το χώρο «δεξιά του και αριστερά του», στάθηκε εφικτό ακόμα και για τον αδαή στα αρχιτεκτονικά, να φαντασθεί και να συσχετίσει την κλίμακα, τη θέση και το συμβολισμό της όλης εγκατάστασης στο χώρο.
Κάτι απ’ αυτά που δεν ειπώθηκαν, ήταν η στιγμή που κάναμε το συνειρμό, βλέποντας απ’ την πλευρά που θα κατασκευασθεί η Βιβλιοθήκη τον όγκο του Ωνασείου (το έργο του άλλου μεγάλου ευεργέτη) κι  απ’ την άλλη φανταζόμενοι τους όγκους από το Πολιτιστικό Κέντρο του Νιάρχου, ότι οι δύο «μεγάλοι» εξακολουθούν να ανταγωνίζονται και από ψηλά, ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα γι αυτόν τον πολύπαθο τόπο, που τόσοι άλλοι οδηγούν στην παρακμή!

Φεύγοντας μαγεμένοι, προσπαθήσαμε να απωθήσουμε την απαισιόδοξη σκέψη που γεννήθηκε από τις επικλήσεις του κ. Δρακόπουλου προς το Κράτος, όπου από το 2015 θα παραδοθεί το έργο: «το έργο θα ανήκει σε όλους και ελπίζουμε ότι θα το αγαπήσετε και θα το συντηρήσετε σωστά».